Kawasaki Zephyr 750 1992 – Το στοίχημα

Το customizing ή η προσωπική περιποίηση μιας μοτοσυκλέτας, δεν έχει σχέση με τον αν αυτή είναι μικρή ή μεγάλη, ακριβή ή φθηνή, κοινή ή σπάνια. Άσχετα με την κατηγορία που ανήκει η «αγαπημένη» σου, το customizing προϋποθέτει ένα πράγμα: να σου αρέσει η μοτοσυκλέτα σου.

Η αγάπη του καθενός για την «καλή» του μπορεί να αναγνωριστεί με ένα πολύ απλό πείραμα⋅  τοποθέτησε την πλάι σε μία άλλη, ακριβώς ίδια μοτοσυκλέτα και θα το καταλάβεις αμέσως. Η δική σου θα σου αρέσει περισσότερο και ας μην έχουν μεταξύ τους διαφορές, για έναν και μόνο λόγο: Είναι η δική σου.

Οι μετατροπές σε μια μοτοσυκλέτα έχουν τεράστιο εύρος, μπορείς να περιοριστείς σε λεπτομέρειες ή να την αφήσεις ίδια μόνο «στα χαρτιά», αλλάζοντας ότι βρεις μπροστά σου.

Ο άνθρωπός μας δεν ήθελε να κάνει αγνώριστη τη μοτοσυκλέτα του, ήθελε να τονίσει την ομορφιά της και να την αγριέψει ελαφρώς. Σε αυτήν του την προσπάθεια είχε μαζί του τον μηχανικό του Νίκο, έναν νεαρό  ιδιοκτήτη καταστήματος στα Πατήσια.

Kawasaki Zephyr 750 – Όπως αγοράστηκε

Για τον Γιάννη Γκιουζέλο, η Zephyr του ήταν – και είναι – η επίσημη αγαπημένη του. Πέρασαν και άλλες μοτοσυκλέτες από τα χέρια του, άλλες ταυτόχρονα με την Kawasaki και άλλες πριν από αυτή, όμως εκείνη η μπλε μοτοσυκλέτα έμενε πάντα στο γκαράζ του.

Ο Γιάννης «συμβιώνει» με αυτήν εδώ και 15 σχεδόν χρόνια, αφού πρώτα την απέκτησε από τον κολλητό του, πίσω στο 2002. Η Zephyr δεν ήταν το αντικείμενο του πόθου για τον τωρινό ιδιοκτήτη της – τουλάχιστον στην αρχή – καθώς είχε βάλει στο «μάτι» την πιο κλασσική ZRX.

Αυτό το μοντέλο κατασκευάστηκε ως μια μοτοσυκλέτα «φόρος τιμής» στην Z1, όμως το τελικό αποτέλεσμα δεν έδινε σε καμία περίπτωση την αίσθηση εκείνης της μοτοσυκλέτας. Η Z1 ήταν μια υπέροχη μοτοσυκλέτα που απέπνεε μια «επικινδυνότητα» τόσο στον αναβάτη, όσο και στους γύρω της.

Αυτό ήθελε και ο «ήρωας» της ιστορίας μας, μόνο που η Kawasaki είχε κατασκευάσει την Zephyr πολύ πιο φιλική, πιο «μαλακή» και αρκετά πιο… ήπια στην απόδοσή της. Όλα αυτά έκαναν το Γιάννη να πάρει την κατάσταση στα χέρια του, βάζοντας τα όσο πιο βαθιά μπορούσε, ώστε να δημιουργήσει το δικό του, προσωπικό, project. Ήταν ένα στοίχημα για τον ίδιο, το οποίο όπως θα δείτε, κέρδισε…

Η δουλειά που έχει γίνει είναι μεγάλη και… μερακλείδικη. Αρχικά, το πρώτο πράγμα που ήθελε να αλλάξει ο κάτοχος στη μοτοσυκλέτα του, ήταν το χρώμα.

Του άρεσε περισσότερο εκείνο το μπορντώ της Ιαπωνικής εταιρίας, πέρνωντας αρχικά την απόφαση να αντικαταστήσει το τεπόζιτο, μαζί με την τάπα της βενζίνης και το ρουμπινέτο – όλα αντιπροσωπείας.

Στη συνέχεια προχώρησε βάφοντας το εμπρός φτερό και την ουρά, ενώ κάπου στη διαδρομή αποφασίστηκε και η τοποθέτηση της καρίνας, για πιο επιβλητική εμφάνιση. Μιας και η μοτοσυκλέτα ήταν ήδη ξεγυμνωμένη, ο κινητήρας «κατέβηκε» ώστε να καθαριστεί.

 

Ταυτόχρονα, τα καπάκια του κινητήρα αφαιρέθηκαν και στάλθηκαν για γυάλισμα, παρέα με το καπάκι του εμπρός γραναζιού. Τα καπάκια των εμπρός και πίσω φλας μαζί με το στεφάνι του εμπρός φαναριού όμως, ακολούθησαν το δρόμο του χρωμίου.

Σειρά είχε το γυάλισμα όλων σχεδόν των αλουμινένιων μερών της μοτοσυκλέτας, συμπεριλαμβανομένων των τροχών και της άνω και κάτω πλάκας του μπροστινού. Το ίδιο έγινε και στις μπότες του πηρουνιού, ενώ μιας και λύθηκε, αλλάχτηκαν τα λάδια του αλλά και τα ελατήριά του με aftermarket της WP.

Ανανέωση ήθελαν και τα φρένα της μοτοσυκλέτας, με το χέρι του βαφέα να περνά τόσο από τις δισκόπλακες όσο και από τις δαγκάνες. Επιπρόσθετα, τοποθετήθηκαν και μεταλλικά σωληνάκια υψηλής πίεσης και για το εμπρός και για το πίσω φρένο.

Για καλύτερη απόδοση αλλά και πιο όμορφο αποτέλεσμα, αλλάχτηκε και η τρόμπα του εμπρός φρένου, με την Brembo (από Ducati 996) να αποτελεί την ιδανική πρόταση. Βλέπετε, ο Γιάννης, δεν ήθελε το τιμόνι του να κοσμεί μια αντλία κλασσικού Ιαπωνικού τύπου, με ενσωματομένο το δοχείο. Ήθελε κάτι πιο ξεχωριστό, πιο racing.

Η ώρα της επανατοποθέτησης του κινητήρα είχε φτάσει, όμως ενώ όλος έδειχνε σαν καινούργιος, κάτι ξένιζε το μάτι. Ήταν οι εξωτερικές βίδες, οι οποίες με το πέρασμα του χρόνου είχαν φυσιολογική φθορά και οξείδωση.

 

Έτσι, αποφασίστηκε να αλλαχθούν και αυτές με ολοκαίνουργιες γνήσιες, ενώ μιας και ο ιδιοκτήτης επισκέφθηκε την αντιπροσωπεία της Kawasaki, μπήκε στον πειρασμό να αγοράσει και νέες βάσεις για τα πίσω μαρσπιέ.

Για καλύτερη απόδοση τα καρμπυρατέρ ανοίχτηκαν και ρυθμίστηκαν, ώστε να υποδεχθούν τις φιλτροχοάνες της K&N. Φυσικά, οι εργοστασιακές εξατμίσεις δεν μπορούσαν να έχουν θέση στο νέο αυτό εγχείρημα, δίνοντας τη θέση τους σε χειροποίητες, Ελληνικής κατασκευής. Το «ταμπελάκι» της Kerker σε αυτή την περίπτωση, παίζει διακοσμητικό ρόλο.

Όμως, για να φτάσουν να κατασκευαστούν αυτές οι εξατμίσεις, υπήρχε ένα πρόβλημα· αν και υπήρχε απεριόριστη εμπιστοσύνη στον μηχανικό του για το αποτέλεσμα, δεν υπήρχε περίπτωση να δώσει σε άλλον – όποιος και αν ήταν αυτός – να οδηγήσει τη μοτοσυκλέτα του.

Αυτό, όπως καταλαβαίνετε, δημιούργησε διάφορες ωραίες συζητήσεις μεταξύ μηχανικού και κατασκευαστή, τύπου «Για να στις φτιάξω, πρέπει να μου φέρεις τη μοτοσυκλέτα εδώ,» να λέει ο ένας, «Δεν γίνεται, δεν το δίνει το μηχανάκι» να λέει ο άλλος. Όμορφα πράγματα, δημιουργικά.

Τελικά οι εξατμίσεις και κατασκευάστηκαν (χωρίς την μοτοσυκλέτα φυσικά) και μια χαρά ταίριαξαν, αν και όταν ήρθε η ώρα να τοποθετηθούν, όλοι έκαναν το σταυρό τους να έχουν πάει όλα καλά.

 

Στα υπόλοιπα, ανεβαίνοντας ψηλότερα, το πρώτο πράγμα που έχριζε αντικατάστασης σύμφωνα με τον ιδιοκτήτη, ήταν το τιμόνι. Όπως χαρακτηριστικά έλεγε, απλά δεν ταίριαζε με τον νέο χαρακτήρα της Zephyr.

Η λύση ήρθε από την Dod, η οποία σε συνδυασμό με τα νέα καβαλέτα έδωσε μια νέα, πιο streetfighter αίσθηση στη μοτοσυκλέτα. Αλλαγών συνέχεια είχαμε και στην γκαζιέρα, η οποία αντικαταστάθηκε με μία μισής διαδρομής, ενώ τοποθετήθηκε και μια γέφυρα τιμονιού από την Coerce. Από το «μενού» δεν θα μπορούσαν να λείπουν και οι ρυθμιζόμενες μανέτες της Matrix.

Η τελευταία «απαίτηση» του Γιάννη από τον πίνακα ελέγχου του, ήταν να μην έχει τίποτα επάνω – αν ήταν δυνατό να έχει μόνο μανέτες και χερούλια. Η πρώτη σκέψη – και με τον μηχανικό στα πρόθυρα αυτοκτονίας – ήταν να τοποθετηθεί ένα πλακάκι και πάνω του να βιδωθούν όλοι οι διακόπτες της μοτοσυκλέτας ξεχωριστά.

Επειδή πολλές φορές την φαντασία την ξυπνούν οι εικόνες, η τελική ιδέα ήρθε στο μηχανικό όταν είδε μια KTM EXC 125 ενός άλλου πελάτη. Συγκεκριμένα, η KTM, χρησιμοποιούσε τότε έναν διακόπτη που τα έκανε όλα. Μπορούσες να ανάψεις τα φώτα, τα φλας, να αλλάξεις την σκάλα, να πατήσεις την κόρνα… περίσσευε και ένα κουμπί, που στο 125 ήταν αυτό που διέκοπτε τη λειτοργία του.

Με τις αναγκαίες αλλαγές στην πλεξούδα, τις κατάλληλες μετατροπές στο διακόπτη – ώστε αυτό να λειτουργεί ως μίζα και όχι για να σβήνει τον κινητήρα – όλα μπήκαν στην θέση τους όμορφα και συμμαζεμένα.

Έχοντας τελειώσει τις – πολύ – βαριές δουλειές, σειρά είχαν οι πίσω αναρτήσεις. Αλλάχθηκαν και αυτές με σκληρότερες, αλλά παρόμοιας εμφάνισης με τις γνήσιες.

 

Το μόνο που έμενε για να ολοκληρωθεί το project ήταν οι τελικές «πινελιές», που όμως δίνουν μια ξεχωριστή νότα στην εμφάνιση της μοτοσυκλέτας. Έτσι, τοποθετήθηκαν μπουζοκαλώδια σιλικόνης και πίπες της NGK, ένα κάλυμμα για το ψυγείο του λαδιού, καθώς και ένα βολτόμετρο.

Τα πλαϊνά πλαστικά καπάκια αναγράφουν 900cc , μην σας μπερδεύουν, 750cc είναι, όμως όταν γινόταν η αναζήτηση τους δυστυχώς δεν υπήρχαν αυτά που ήθελε. Τέλος, χρησιμοποιήθηκε και μια τάπα πλήρωσης λαδιού, με δείκτη θερμοκρασίας.

Φυσικά το highlight ολόκληρης της εμφάνισης της ανανεωμένης Zephyr, είναι το ξύλινο σταυρουδάκι με την μπλέ χάντρα, τοποθετημένο δίπλα στην αντλία της Brembo στο τιμόνι! Έτσι, για να μη ξεχνάμε να διώχνουμε και το κακό το μάτι!

Τελειώνοντας, θα λέγαμε ότι για να έρθει εις πέρας μια τέτοια δουλειά χρειάζεται φαντασία, μεράκι, πολύ μα πολύ αγάπη για το αντικείμενο… και φυσικά χρήμα. Γιατί, δυστυχώς, όσο και αν αγαπάς κάτι, καμιά φορά χωρίς τα λεφτά δεν μπορείς να κάνεις τίποτα.

Αφήστε μια απάντηση